Γαύδος, Elli Vassalou
- Mar 25, 2018
- 5 min read
Συναντήσαμε την Έλλη στο Χαλάνδρη σε ένα καφέ με σκοπό να μιλήσουμε περί Ανώνυμης Αρχιτεκτονικής.Η Έλλη Βασάλλου είναι αρχιτέκτονας, πολυμεσικός καλλιτέχνης, περφόρμερ και ακτιβίστρια.Γεννήθηκε το 1983 και μεγάλωσε στην Αθήνα. Σπούδασε αρχιτεκτονική στο Πανεπιστήμιο Πατρών. Εκεί ασχολήθηκε κυρίως με τον αστικό σχεδιασμό, την κοινωνιολογία του χώρου και την τέχνη στο δημόσιο χώρο. Παράλληλα με τις αρχιτεκτονικές της σπουδές παρακολουθεί σεμινάρια και μαθήματα κινηματογράφου, video και φωτογραφίας. Ασχολείται για πολλά χρόνια με το χορό κάτι που της επιτρέπει να χρησιμοποιεί το ανθρώπινο σώμα στο σύνολο του εικαστικού και αρχιτεκτονικού της έργου.Από το 2010 ως το 2013 ζει στη Νίσυρο όπου και δουλεύει με το φυσικό τοπίο και την υπαίθρια ζωή, τη σχέση του σώματος με τον τόπο από φαντασιακή, διατροφική και θεραπευτική σκοπιά. Από το 2009 είναι μέλος της αυτοοργανωμένης ομάδας Σαλιγκάρι, που σχεδιάζει και κατασκευάζει χώρους και αντικείμενα από φυσικά υλικά και έχει ως σκοπό τη διάδοση των πρακτικών φυσικής δόμησης. Το 2015 μετατοπίζεται στο Βέλγιο όπου και ολοκληρώνει το μάστερ της στο KASK School of arts της Γάνδης πάνω στον αυτόνομο σχεδιασμό και τον ενεργοποιημένο χώρο. Σχεδιάζει συμμετοχικές δράσεις και socially engaged projects. Δουλεύει επίσης με την φωτογραφία, το βίντεο καταγραφής και την περιπατητική περφορμανς. Κύριο ενδιαφέρον της είναι η σύμπραξη χώρου και σώματος και πως αυτό μετουσιώνεται, επηρεάζει και επηρεάζεται από τις κοινωνικοπολίτικές και προσωπικές σχέσεις των ανθρώπων, πως μπορούμε να αφηγηθούμε μέσα από την σχέση των σωμάτων, των αντικειμένων, του χώρου και των κοινωνικών συνθηκών. Σήμερα ζει στις Βρυξέλλες.Ένα από τα εν εξελίξει project που δουλεύει η Έλλη είναι το "Ι DWELL NOW". Μία ενδιαφέρουσα ανάλυση σχετικά με το έργο της αλλά και το τι είναι η ανώνυμη αρχιτεκτονική προσέγγισε η Έλλη λέγοντας: Από τις αυθαίρετες παράγκες στο Πέραμα του Πειραιά ως τις «καβάτζες» της Παχιάς Άμμου στη Νίσυρο, μια συλλογή από αυτοσχέδια κτίσματα,άλλοτε μεμονωμένα και άλλοτε σχηματίζοντας συνοικίες ή κοινότητες. Μια σύγχρονη λαϊκή αρχιτεκτονική, φτιαγμένη από τα κάτω, κατασκευασμένη από τους εκάστοτε κατοίκους της. Μια αρχιτεκτονική που μπορεί να κάνει αναφορά στις περιθωριοποιημένες παραγκουπόλεις αλλά και στη φυσική δόμηση. Εφήμερες, εποχιακές ή μόνιμες κατασκευές από φτηνά και εύκολα προσβάσιμα υλικά όπως φυσικά ή ανακυκλωμένα.Χώροι με ασαφή όρια του εξωτερικού και του εσωτερικού, συχνά χωρίς ιδιοκτησία, που μπορεί να έχουν δημιουργηθεί από έναν μοναδικό χρήστη ή από μια σειρά διαδοχικών χρηστών.Φτιαγμένες από την ανάγκη στέγασης του ανθρώπινου σώματος και των εκάστοτε βασικών του αναγκών. Η κατοίκηση αυτή είναι άλλοτε επιβαλλόμενη σε αδύναμα και περιθωριοποιημένα τμήματα της κοινωνίας και σε κάποια άλλα επιλογή, ελεύθερη βούληση. Σκοπός αυτής της εργασίας σε εξέλιξη είναι η ανάδειξή τους ως φορείς πολιτιστικής, ιστορικής και συλλογικής μνήμης. Αναδεικνύοντας έτσι έναν άλλον τρόπο προσέγγισης του κτιρίου και της έννοιας της κατοίκησης απαλλαγμένης από τη μνημειακότητα και το εγώ και εστιάζοντας στο τώρα. "Εγώ κατοικώ τώρα". Από τη συλλογή φωτογραφιών της Έλλης εστιάσαμε κυρiώς στην κατοικία σε κέδρο,ένα κατάλυμα δημιουργημένο στην αγκαλιά Κέδρου ουσιαστικά κατασκευασμένο από υλικά που ξέβρασε η θάλασσα. Η ιδιότυπη αυτή κατασκευή βρίσκεται στην Γαύδο ένα απομακρυσμένο νησί στο λιβυκό πέλαγο. Η Γαύδος ήταν κατοικημένη από τη Νεολιθική εποχή. Το νησί έχει ταυτιστεί με την Ωγυγία, όπου η Καλυψώ κρατούσε τον Οδυσσέα αιχμάλωτο.Αρχαιολογικές έρευνες έχουν τεκμηριώσει πως η Ρωμαίκή Αυτοκρατορία είχε παρουσία στο νησί.Οι Ρωμαίοι έκαναν κατάχρηση της χλωρίδας του νησιού, προκαλώντας έτσι μια διαδικασία αποσάθρωσης που συνεχίζεται ως σήμερα. Τον καιρό της οθωμανικής ηγεμονίας, που κράτησε από το 1665ως το1895, η Γαύδος ήταν γνωστή ως Γότζο.Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, ο πληθυσμός μειώθηκε σταδιακά στους 500 κατοίκους το 1882. Τη δεκαετία του 1930 το νησί υπήρξε τόπος εξορίας για τους κουμουνιστές. Περισσότεροι από 250 άνθρωποι εξορίστηκαν στη Γαύδο, συμπεριλαμβανομένων και κάποιων ηγετικών μελών του Κομουνιστικού κόμματος. Η αστικοποίηση που έλαβε χώρα τη δεκαετία του ‘60 στην υπόλοιπη Ελλάδα, είχε ήδη αρχίσει από τη δεκαετία του ’50 στη Γαύδο. Σε αυτή την περίοδο, οι νησιώτες αντάλλαξαν τη γη τους στη Γαύδο με πρώην τουρκική γη στην Κρήτη, η οποία είχε γίνει διαθέσιμη για ανταλλαγή από το κράτος. Κατά την εποίκησή τους στην Κρήτη, ίδρυσαν μια νέα κοινότητα.Στη Γαύδο θα βρεις και άλλα παρόμοια παραπήγματα με αυτό της μελέτης της Έλλης και αυτό γιατί αρχικά ο κόσμος δεν ήταν αισθηματοποιημένος σε σχέση με την βιολογία και ανάπτυξη του Κέδρου. Η Έλλη εστιάζοντας την προσοχή της στη λαϊκή αρχιτεκτονική μας λέει ότι βρίσκει στο dying μια συνέχεια πάνω σε αυτό που εννοούμε λαϊκή αρχιτεκτονική, όπου πριν από ένα αιώνα χρησιμοποιούνταν οι πέτρες σε αντιδιαστολή με σήμερα που χρησιμοποιούνται λάστιχα αυτοκινήτων και άλλα η ανακυκλωμένα υλικά. Παράλληλα, βάση του κοινωνικού κομματιού της αρχιτεκτονικής, του πως δηλαδή ο κάθε άνθρωπος σχεδιάζει το χώρο του σύμφωνα με τις προσωπικές ανάγκες της καθημερινότητας του και του σώματος του, το diying δηλαδή έρχεται σε αντιδιαστολή με αυτό που επειτασε η μοντέρνα αρχιτεκτονική, να σχεδιάζονται δηλαδή τα πάντα σύμφωνα με ενα ομογενοποιημένο διεθνές μοντέλο. Εδώ στη σχέση τοπίου–κτιρίου κάθε τέτοια κατασκευή αντανακλά τον τόπο στον οποίο βρίσκεται.Μπορείς δηλαδή από το κτίριο να καταλάβεις πια είναι η μορφή του τοπίου και η κοινωνικοπολιτική και τοπομορφική του επιδερμίδα. Η Έλλη μέσα από μια ομάδα φυσικής δόμησης δημιουργεί σπίτια από πηλό και έχει ζήσει την εμπειρία του να μην σχεδιάζεις το χώρο με την ακαδημαϊκή αρχιτεκτονική χειρονομία, αλλά να ξεκινάς με μια χωρική ιδεα για το τι θέλεις να κάνεις και ο σχεδιασμός να αναπτύσσεται οργανικά σε σχέση με το πως αισθάνεται ο ανθρωπος μεσα στον χωρο που χτίζει. Με αυτη την πρακτική προσδιορίζει αμεσα τις αναγκες του παρατηρώντας το οτιδήποτε περιβάλει την κατοικία του έχοντας χρόνο να στοχαστεί και να αλλιλεπιδράσει με την σχέση σώμα-τοπίο-κατασκευή και ετσι να επιλύσει πολύ μικρές λεπτομέριες που δεν μπορεί να καταλάβει σχεδιαστικά στο χαρτί.Η Γαύδος έχει πολύ συγκεκριμένο φυσικό πλούτο και οι περισσότερες από αυτές τις ιδιόμορφες κατοικίες είναι δημιουργημένες από ξύλα που ξέβρασε η θάλασσα,καθώς και την ιδιαιτερότητα του κέδρου όπου το κάθε δέντρο δίνει την γλυπτική μορφή, ουσιαστικά το σχέδιο του σκελετού της κάθε κατασκευής. Ο κάθε κτίστης-αρχιτέκτονας αυτού του κτιρίου πρέπει να συνομιλήσεικαι να αφουγκραστεί το δέντρο και ταυτόχρονα να το σεβαστεί για να διαμορφώσει τη μοναδική βάση του κάθε σπιτιού εξαιτίας του κλίματος,της έλλειψης άφθονου γλυκού νερού και των υλικών που παρέχονται από τη γη και την θάλασσα, άμμος, πηλός, δένδρα και ξεβρασμένα ξύλα οι κατασκευές είναι λογικό να παρουσιάζουν ομοιότητες. Καθοριστικός δείκτης είναι ότι δεν υπάρχει πάρα πολύ μεγάλη ανάγκη για προστασία από τις καιρικές συνθήκες,όπως μπορεί να υπάρχει για παράδειγμα στη Β.Ελλάδα. Έτσι λοιπόν ένα κτίσμα μπορεί να αναπτυχθεί με κάποια κομμάτια κλειστά για τους χειμερινούς μήνες, όπου προστατεύουν από βροχή και αέρα Κατά τ' αλλά υπάρχουν ενδιάμεσοι χώροι που μπορούμε να τους χαρακτηρίσουμε ως αίθρια. Η αισθητική κάθε diy σπιτιού συνεπάγεται από το τι υλικά προσφέρει το εκάστοτε τοπίο και σε αυτές τις περιπτώσεις η απόφαση δεν είναι αμιγώς ανθρώπινη. Στη Γαύδο έχεις χρόνο να μπεις σε αυτή την λεπτομέρεια της φυσικής δόμησης, ενώ παράλληλα η όλη διαδικασία παραπέμπει σε μια ιεροτελεστία εξ αιτίας της μοναδικότητας των δέντρων αυτών, που εκτός από την μορφή τους αναδεύουν και ένα άρωμα που σε καθοδηγεί. Επιπλέον όλα αυτά τα ξύλα που βγαίνουν στη στεριά τα έχει επεξεργαστεί η θάλασσα και έχουν όλα μια παρά πολύ συγκεκριμένη αισθητική. Από κοινωνικοπολιτικής σκοπιάς, οι κάτοικοι αυτών των σπιτιών δεν κινδυνεύουν από επιδρομείς, (όπως οι κάτοικοι των νησιών τους προηγούμενους αιώνες) και ως πλάσματα της μεταμοντέρνας εποχής δεν χρειάζεται να αφιερώσουν ολόκληρη την ζωή τους και την οικονομική τους δραστηριότητα με αυτόν τον τόπο.Οι κάτοικοι των καβατζών της Γαύδου χρησιμοποιούν για όσο καιρό επιλέγουν τις κατοικίες τους που λειτουργούν περισσότερο σαν ερημητήρια και χώροι επικοινωνίας με την φύση και τον εαυτό το χειμώνα και χώροι κοινωνικότητας και κοινής ζωής το καλοκαίρι.
Συνέντευξη-Έρευνα: Στέβη Λύτρα
Φωτογραφικό Αρχείο: Project DWELL NOW-
ΕΛΛΗ ΒΑΣΣΑΛΟΥ









Comments